ἀκέων

ἀκέων, -έουσα, -έοντε
See also: ἀκή 2
Page in Frisk: 1,52

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ακέων — ἀκέων, ουσα (Α) σιωπηλά, αθόρυβα «βῆ δ ἀκέων παρὰ θῑνα» (Α 34) «ἀκέων δαίνυσθε καθήμενοι» (φ 89) «ἀκέουσα κάθησο» (Α 565). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκέω ΙΙ ο τ. ἀκέων τής μετοχής χρησιμοποιείται στον Όμηρο ως επίρρημα. Βλ. ακή (ΙΙ). ΠΑΡ. αρχ. ἀκεόντως] …   Dictionary of Greek

  • ἀκέων — ἄκος cure neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέω pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ἀκέων softly masc nom sg ἀκή point fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκέων — Ἄκης masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκέοντ' — ἀ̱κέοντο , ἀκέομαι heal imperf ind mp 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέονται , ἀκέομαι heal fut ind mid 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀκέονται , ἀκέομαι heal pres ind mp 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέοντο , ἀκέομαι heal imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκέουσ' — ἀκέουσα , ἀκέω pres part act fem nom/voc sg (epic doric ionic) ἀκέουσι , ἀκέω pres part act masc/neut dat pl (epic doric ionic) ἀκέουσι , ἀκέω pres ind act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέουσαι , ἀκέω pres part act fem nom/voc pl (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκέοντα — ἀκέω pres part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέω pres part act masc acc sg (epic doric ionic aeolic) ἀκέων softly neut nom/voc/acc pl ἀκέων softly masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακέω — (I) ἀκέω (Α) θεραπεύω, γιατρεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. ἀκέομαι]. (II) ἀκέω (Α) σιωπώ αμάρτυρος τ. ενεστώτα από όπου το ἀκέων*. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλέπε ακή (ΙΙ)] …   Dictionary of Greek

  • ακή — (I) ἀκὴ, η (Α) αιχμή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀκὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα *ακ που σήμαινε «οξύς, αιχμηρός, κοφτερός». Με την ίδια ρίζα συνδέονται πολλές λέξεις τής Ελληνικής, όπως ἄκρος, ἄκων, ἀκόντιον, ἀκμή, ἀκόνη κ.ά. Αντίθετα προς τη λ. ἀκή, που σώθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ἀκέοντας — ἀκέω pres part act masc acc pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέων softly masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκέοντε — ἀκέω pres part act masc/neut nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) ἀκέων softly masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκέοντες — ἀκέω pres part act masc nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) ἀκέων softly masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.